
Συνήθιζα να θεωρώ κάποιους ανθρώπους όμορφους και κάποιους άσχημους.









«Αυτή η γυναίκα είναι ένας δαίμονας μεταμφιεσμένος στο πιο σαγηνευτικό λουλούδι.
Θεέ, μη μου χρεώσεις αυτή την αμαρτία. Αν ένα τέτοιο τριαντάφυλλο σου χαμογελούσε κάτω από το φεγγάρι, κι εσύ θα το έκοβες τρελαμένος από πάθος και θα το μύριζες.
Μικρή μου… πόσο σ’αγαπώ…»
Για χάρη της Ποιότητας...Με αηδιάζεις.
Σε μισώ.
ΦΥΓΕ.
ΣΕ ΜΙΣΩ! Δεν ακούς που σου φωνάζω; ΣΕ ΜΙΣΩ!
Φύγε απ’ το μυαλό μου, όπως έφυγες απ’ τη ζωή μου…
Δε σου ανήκω, φύγε!
Φύγε, πριν καταλάβω πως εσύ δε μου ανήκες ποτέ…

Ισορροπείς πάνω σε μια λεπτή γραμμή και γέρνεις άλλοτε από τη μία πλευρά, άλλοτε από την άλλη.
Είναι τελικά τόσο εύκολο να αλλάξεις στρατόπεδο, να μην αντιληφθείς καν πότε και με ποιανού την απόφαση έγινε.
«στρατόπεδο». Οι άνθρωποι θέλουν πάντα να έχουν κάτι για να μάχονται.
Ελκόμαστε απ’ τα λάθη, απ’ τον ανταγωνισμό, την πονηριά.
Φοράω μια μάσκα και τη συνηθίζω. Φτάνει η στιγμή που ορκίζομαι πως είναι αυτή το πρόσωπό μου.
Μπορεί να μην είδα ποτέ το αληθινό μου πρόσωπο.
Αποφασίζω πως μου είσαι περιττός, ενοχλητικός, βαρετός.
Κι όταν δηλώνεις πως θα φύγεις χάνω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου.
Ξέρω τι θέλω, ξέρω ποια είμαι, χτίζω τη ζωή μου στη λογική και τίποτα δε με λυγίζει.
Όμως υπάρχουν βράδια που δε κοιμάμαι από φόβους παράλογους, σχεδόν τρελούς.
Πως ξέρω ότι δεν είμαι κι εγώ τρελή;
Τι με κάνει λογική;
Τι με κάνει ευτυχισμένη;
Τι μπορεί να μου προσφέρει την ηρεμία ψυχής;
Ομολογώ πως είναι μέρες που δεν θα ‘θελα καμία γαλήνη.
Μέρες που μου λείπουν όσα απεχθάνομαι.
Σιγά – σιγά καθαρίζουν όλα κι εσύ είσαι όλο και πιο μακριά, κι εγώ, αντί να νιώθω όλο και πιο μόνη, νιώθω όλο και πιο ελεύθερη.
Ζω τη ζωή μου με βάση το ρολόι στον τοίχο και την κοινή λογική.
Παράλληλα καταδικάζω τις ενέργειες των άλλων όταν δεν τις εγκρίνουν οι δικές μου αξίες.
Μα οι αξίες μου χτίστηκαν με βάση το τι με πόνεσε.
Αλήθεια, με πόνεσαν όλα αυτά ή στη συνέχεια έπεισα τον εαυτό μου να πονάει για να εμποδίσω τις τύψεις να με κατασπαράξουν;



