Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Εκείνη...


Της είπε ότι ο κόσμος θα είναι δικός της, αρκεί να βρει τη δύναμη να τον κρατήσει στην αγκαλιά της.
Κι εκείνη του απάντησε με ένα χαμόγελο.

Μ' αγαπά, δε μ' αγαπά. Μ' αγαπά, δε μ' αγαπά. Ποιος επέλεξε τη μαργαρίτα γι' αυτό το μαγικό;
Γιατί το τριαντάφυλλο είναι το λουλούδι του έρωτα;

Το σώμα της ήταν γυμνό κι αυτός της χάιδευε τα μαλλιά. Κανείς δεν είπε σ' αγαπώ.

Και κάπου αλλού, μια μπερδεμένη φιγούρα ζήλευε. Χωρίς να ξέρει γιατί.
Φαντάστηκε το σώμα εκείνης. Στα χέρια εκείνου. Η φιγούρα έιωσε κάτι. Σαν έρωτα; όχι, όχι, με τίποτα. Δεν θα ήταν λογικό. Δεν θα ήταν σωστό.

Την χάνω, σκέφτηκε η φιγούρα.
Ποτέ δεν την είχα, ξανασκέφτηκε.
Για μια στιγμή. Για μια στιγμή την είχα, ψιθυρίζει.

Το πρόσωπό της ήταν οι μολυβιές που η φιγούρα άφηνε στο σκοτάδι.
Το χαμόγελό της, σε απαλό ροζ, ένα ανεπαίσθητο σημάδι έλξης.
Τα μακριά καστανά μαλλιά της, μια επιθυμία αόριστη, ιδιέταιρη.
Αλλα μόνο αυτό. Μόνο αυτό. Αλλιώς θα ήταν λάθος.

Έχει αυτόν τώρα.

Μα η φιγούρα σκέφτηκε κάτι ακόμα.
Θυμηθηκε το σώμα εκείνης μαζί της. Για μια στιγμή ήταν αλήθεια.
Ξέραν πως ήταν λάθος. Κι οι δυο τους το ξέραν.
Ανήκαν σε ένα κόσμο που οι γυναίκες θέλουν τους άντρες και οι άντρες τις γυναίκες.

Μα τα χείλη τους ενώθηκαν, κι ύστερα οι αγκαλιές τους, κι ύστερα οι ψυχές τους.

Τίποτα σημαντικό. Μια στιγμή μόνο. Και Εκείνη μία μέρα μετά είπε πως δεν ήταν τίποτα.
Η φιγούρα συμφώνησε και προχώρησε. Βρήκε τον έρωτα της ζωής της, ερωτεύτηκε δυνατά και μαγεμένα, έναν άντρα όμορφο, γοητευτικό. Και ο καιρός πέρασε.

Μέχρι που μια μέρα άκουσε πως είχε βρει και Εκείνη τον έρωτα της ζωής της, στο πρόσωπο ενός άντρα.

Κάτι μέσα της έσπασε.
Την σκέφτομαι, τη σκέφτομαι τώρα. Όχι όταν είμαι μαζί με αυτόν που αγαπώ, όχι όταν περνάω καλά, ούτε όταν δεν περνάω. Αλλά την σκέφτομαι τώρα.

Αυτή, με σκέφτεται ποτέ;
Με σκέφτεται όταν στέκεται γυμνή μπροστά του; όχι, και βέβαια όχι.
Με σκέφτεται όταν διασκεδάζει; όχι.

τώρα όμως, που δε συμβαίνει τίποτα απ' αυτά, τώρα, τώρα που εγώ σε σκέφτομαι, αυτή και μόνο αυτή τη στιγμή, που σε λίγα λεπτά δε θα χει καμια σημασία. Τώρα, πες μου, αυτή και μόνο αυτή τη στιγμή, με σκέφτεσαι;

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

Ο δικός μου Ήλιος




Ο δικός μου ήλιος είναι λίγο πιο λαμπερός και λίγο πιο κακός.
Λάμπει βλέπεις μόνο όταν του λες πως είναι όμορφος.
Τον υπόλοιπο καιρό αποκοιμιέται πληγωμένος κι αφήνει τη βροχή να πνίγει ευχές.
Κι όσο πληγώνει, τόσο τον μισούν. Κι όσο τον μισούν, τόσο πληγώνεται.
Κι αρχίζει πάλι απ' την αρχή κι ο κύκλος δε σταματά ποτέ.
Ύστερα κάποιος θα βρεθεί να του χαμογελάσει.
Κι ο Ήλιος παίρνει κουράγιο να χαμογελάσει κι αυτός. Ξεχνάει τα πάντα και λάμπει τόσο πολύ που νομίζεις ότι θα τυφλωθείς.
Παραδόξως, δε τυφλώνεσαι ποτέ.
Κι αυτός πάντα συγχωρεί.
Και πάντα ξαναθυμώνει και εκδικείται.

Τα σύννεφα όμως κουράστηκαν, τους κούρασε το παιχνίδι. Κι η βροχή ηρέμησε κι ο ήλιος ήταν ελεύθερος να κερδίσει το παιχνίδι. Χωρίς ανταγωνισμό. Χωρίς κοινό. Χωρίς εχθρούς ή φίλους. Χωρίς χαμόγελα.

Το παιχνίδι όμως τέλειωσε εκεί. Κι ο ήλιος θα λεγε κανείς ότι έλαμπε για πάντα, όμως έσβησε σε μια στιγμή και μόνος του καταδικάστηκε στο σκοτάδι. Κι είναι ακόμα εκεί, να περιμένει, κάτι που ίσως δεν του αξίζει καν.

Το χαμόγελό σου.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Τι κάνει έναν άνθρωπο?

- Λοιπόν, τι είναι όλα αυτά τελικά που κάνουν έναν άνθρωπο?
Το συναίσθημα, η λογική?
Οι αποφάσεις που δε πήρε?
Οι πράξεις που έκανε?
Τα λόγια που δε ξέχασε ποτέ, ή οι άνθρωπι που γνώρισε?

- Λίγο απ' όλα είναι, να το ξέρεις. Καθένα τον τραβάει κάτι περισσότερο...
Για τι θες να σε θυμούνται κάποτε?
Για τις συγνώμες που ζήτησες?
Την αγάπη που έδωσες?
Τις τολμηρότερες πράξεις σου, τις μεγάλες επαναστάσεις?
Τα δυνατά λόγια?
Τις αχάλαστες υποσχέσεις?
Τον πιο μεγάλο έρωτα?

- Δε ζήτησα ποτέ συγνώμη.
Δεν έδωσα ποτέ αγάπη.
Δεν τόλμησα ποτέ, ούτε επαναστάτησα.
Τα λόγια μου ήταν σκληρά. Πάντα.
Δεν έδωσα ποτέ υπόσχεση που ακόμα να ΄ναι δεμένη...
Δεν ερωτεύτηκα, δε θυμάμαι, δε μπορώ να καταλάβω.
Απ' τη ζωή μου λοιπόν, τι μου λες πως θα θυμάμαι?

- .......................................... μόνο αυτά είναι η ζωή... εκεί μέσα είναι χωμένη... Λυπάμαι, δε ξέρω αν θα θυμάσαι... Ίσως δεν είναι αργά ακόμα... Κι είναι στιγμή να ζήσεις... ΞΕΚΙΝΑ...

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Βλέπω...


Βλέπω ένα παιδί που μοιάζει να λάμπει ανάμεσα σε χρώματα ζωντανά, χαρούμενα και τρελαμένα.
Γιατί μπροστά του υπάρχει ένα διάφανο τζάμι που το φυλακίζει για να το προστατέψει. Τζάμι ποτέ ραγισμένο.

Βλέπω ένα παιδί με σκέψη απλή και μαγική.
Γιατί δεν έχει τίποτα να κρύψει.

Βλέπω ένα παιδί που δε ρωτάει τίποτα.
Είτε γιατί δε νοιάζεται, είτε γιατί ξέρει.

Βλέπω ένα παιδί που κάτι μου θυμίζει, κάπως αφελές και κάπως αστείο.
Γιατί έτσι πρέπει.

Βλέπω ένα παιδί με χώματα στα χέρια και ένα βλέμμα που χωράει όλο το κόσμο.
Γιατί είναι απλά παιδί.

Βλέπω κι ένα παιδί που δεν με βλέπει. Κάποιος του έδεσε τα μάτια με ένα μαντήλι και το οδηγεί απ΄το χέρι. Κι αυτό δε μιλάει, δε δακρύζει. Δε θα πει τίποτα.
Χωρίς γιατί.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Αποδημιτικά αισθήματα...


Κοιτάζει γύρω, σκοτάδι. Έξω βροχή όπως και τότε. Όπως και τότε; Δεν θυμάται. Ήταν τόσες φορές. Σίγουρα, ίσως, είναι πιθανό να βρεχε μια απ' αυτές.
Κάτι της έρχεται στο νου και ξαναφεύγει. Σκέφτεται λόγια. Σκέφτεται πρόσωπα. Σκέφτεται κι άλλα. Είναι στο πάτο. Είναι τόσο ψηλά, για πρώτη φορά. Κάνει κινήσεις νευρικές και της λείπουν περισσότερο όλα τα Ίσως και Παραλίγο. Μουρμουρίζει μια μελωδία, σφιγγει γροθιές, φταίει, κι είναι αθώα, και μετανιώνει, και θέλει άλλο ένα λάθος, αλλιώς θα πεθάνει. Άνθρωποι σαν κι αυτή δε ταιριάζουν μ' ανθρώπους σαν κι αυτόν. Κι άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν είναι άνρθωποι.
Είναι κουρασμένη. Δε μπορεί άλλο, πως να τα βγάλει πέρα, πως να συγχωρέσει. Πνίγεται και δε θυμάται πια τι ήθελε όταν ξεκίνησε. ΑΝ ξεκίνησε. ΑΝ δεν είναι ακόμα στην αρχή, και κάνει κύκλους γύρω απ' τον εαυτό της και το όνειρο της. Και τον εφιάλτη της. Θέλει να βλάψει. Θέλει να βλάψει ό,τι την περιβάλλει και θέλει να πετάξει και να γυρίσει ολόκληρη τη γη σαν μια κουκκίδα στον ουρανό. Ζηλεύει τα αποδημιτικά πουλιά που μαθαίνουν τις ιστορίες μιας ολόκληρης ζωής στο πέταγμά τους. Εύχεται αυτός ποτέ να μη ξεχάσει όσα του έδωσε. Παίρνει στο λαιμό της κάτι ακόμα κι αγγαλιάζει άλλον ένα εχθρό. Κι αυτός ακούει τους λυγμούς της, μα διστάζει. Δεν έχει τι να πει, δε θέλει να πει κάτι. Φοβάται κι αυτός. Τον παρακαλάει να την ελευθερώσει. Του λέει για το μεγάλο της όνειρο και πως θέλει να πετάξει μακριά. Χαϊδεύει το χέρι του, τον αφήνει να την αγγαλιάσει. Της λέει κάτι γι αγάπη. Όμως αυτή θέλει να πετάξει. Είναι φυλακισμένη, είναι εδώ, είναι ακόμα εδώ. Τον φιλάει, κι έπειτα κλείνει τα μάτια της κι αποκοιμιέται στην αγγαλιά του. Αυτός της χαϊδευει τα μαλλιά, της λέει για στιγμές όμορφες, υπόσχεται να τη κρατάει αγγαλιά ώσπου να ξυπνήσει. όμως αυτή δεν ξυπνάει, δε θα ξυπνήσει ποτέ. Στη πλάτη της φύτρωσαν φτερά κι έγινε πουλί αποδημιτικό, πέταξε κι υποσχέθηκε να μάθει τις ιστορίες κάθε κρυφής γωνιάς. Γλύστρισε κρυφά και πέταξε ψηλά, μακριά από κάθε τι. Είχε σκοπό να μάθει για όλες τις αγάπες, να ακούσει όλες τις σκέψεις, να δει κάθε δακρυσμένο βλέμμα. Δε βιαζόταν πια. Ήξερε, κι ο φόβος τη φοβήθηκε. Θα γύρναγε τη γη και όπου πήγαινε θα άφηνε κι από ένα στίγμα της κάθε μικρής ιστορίας που θυμόταν.

Και πριν φύγει, του υποσχέθηκε.

Κάπου μπλεγμένη ανάμεσα στις άλλες, θα έβαζε και τη δικιά τους.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Μικρό φάντασμα


Δε φταίω εγώ, είναι βλέπεις αυτό το ενοχλητικό φάντασμα που με θυμάται κατά καιρούς και με κυνηγάει. εγώ το διώχνω, δε μ' αφορά. ό,τι έγινε, έγινε. αυτό του λέω κι ύστερα το διαολοστέλνω. ξανάρχεται. το βρίσκω στα λόγια και τις συζητήσεις γνωστών - που ιδέα δεν έχουν - , το ακούω σε τραγούδια, σε λέξεις κρυμμένες καλά και ορατές μόνο σ' όσους μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει. Αν κάποιος με ρωτήσει θα αλλάξω θέμα. Αν δε με ρωτήσει, θα επιδιώξω τη συζήτηση μόνη μου. Θυμάμαι, καταλαβαίνω, φοβάμαι, το παιχνίδι αρχίζει. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, θέλω κάτι να πω, λέω κάτι άλλο. Τα μπλέκω και τα μπουρδουκλώνω, ψάχνω την άκρη και την ακολουθώ, θέλω να μπούνε όλα σε μια σειρά, επιτέλους. Χωρίς να χαθεί τίποτα. Δεν έφταιγα, το φάντασμα ξανάρχεται, κάτι ρωτάει, δε θέλω να ακούσω. Φοβάμαι ότι ρωτάει γιατί. 'γιατί, γιατί με έδιωξες;' τρέμω, σκέφτομαι ότι δε θα μ' αφήσει ποτέ. 'εσύ γιατί ήρθες ακάλεστο;' του ουρλιάζω. 'Ήταν νωρίς, φύγε! Σε μισώ! Σε μισώ! Σε μισώ!' . Χάνομαι σε ένα κόσμο τόσο καθημερινό κι απλό που δε μπορεί να μ' αντέξει. Κοιτάζω γύρω, βρίσκω ένα παιχνίδι να περνάω την ώρα μου. διαλέγω κάποιον στη τύχη και τον κοιτάζω στα μάτια. Ύστερα σκέφτομαι "Δεν έχεις ιδέα, κοίτα πως με κοιτάζεις, λες και μοιάζουμε. Λες και μπορούμε να μοιάσουμε. Εγώ θυμάμαι ο,τι εσύ δε μπορείς καν να φανταστείς. μετά θα μου μιλήσεις, θα παραστήσω κάτι που δεν είμαι, θα γίνω όπως όλοι σας. Είναι ο μόνος τρόπος να σας σιχαθώ κι άλλο. Είναι ο μόνος τρόπος να με σιχαθώ κι άλλο."

Περνάνε μήνες και λέω ότι έφυγε. Βγαίνει απ' τη μνήμη μου, μοιάζει με φαντασία, με κακό παραμύθι που ίσως μου 'πανε όταν ήμουν μικρή. Είναι σα κακό σημάδι, ένα σύγχρονο άλικο γράμμα. Μισώ όσους το κουβαλάνε, μισώ όσους μισούν αυτούς που το κουβαλάνε. Πέφτω για ύπνο, το δωμάτιο γύρω μου απέραντο, δεν έχει τοίχους, δεν έχει πάτωμα, δε βρίσκομαι πουθενά, είμαι φυλακισμένη στη κατάρα αυτή και το φάντασμα έρχεται πάλι. Ρωτάει ξανά γιατί, βάζω το πρόσωπό μου κάτω απ΄το μαξιλάρι. "Συγνώμη" του λέω, "Συγνώμη. Μη με βασανίζεις άλλο. Φύγε. Άσε με να ζήσω.Φύγε, σε παρακαλώ." Δε ξέρω αν μ' ακούει. Ανοίγω το φως και είναι όλα στη θέση τους. κοιτάω το ρολόι. 4:33 . Το μικρό φάντασμα έφυγε. Μ' αφήνει ήσυχη, νιώθει πάλι ότι ενοχλεί. Δεν το λυπάμαι. Θα ξεχάσω και θα αποκτήσουν όλα απ' την αρχή σιγά σιγά νόημα. Θα τη βρω αυτή την άκρη και θα τη πλέξω απ' την αρχή μια ιστορία χαρούμενη που θα μιλάει για ανθρώπους ευτυχισμένους, για αγάπη, για τρυφερά μυστικά. Και θα κοιμάμαι ήσυχη.

Μέχρι το μικρό φάντασμα να ξανάρθει.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Εφηβεία...


θέλω να μπερδεύομαι. θέλω να τα μπλέκω. θέλω να σε μισώ κάθε μέρα και περισσότερο, θέλω να είμαι ευτυχισμένη στο δικό μου μικρόκοσμο. θέλω να ερωτεύομαι. να χάνω τα λόγια μου, να χάνω τα όρια, να μη με νοιάζει. να τρέχω μέσα στη βροχή και να αδιαφορώ αν θα βραχώ, αν θα γελάσουν, αν θα κοιτάξουν παράξενα.

Θέλω να συνεχίσω να κάνω σαν παιδί που ντρέπεται και συνάμα νιώθει περήφανο για όλες του τις σκανταλιές. θέλω να ζω στο δικό σου κόσμο. μαζί σου. να σου θυμίζω κάθε μέρα από την αρχή πως είμαστε ακόμα παιδιά. θέλω να γελάω και να νιώθω ευτυχισμένη. κι ύστερα να κλαίω, χωρίς λόγο κανένα. μετά να ξεχνιέμαι και πάλι, και να ξαναγελάω. να θυμώνω, να οργίζομαι, κάθε μέρα να δίνω όρκους φιλίας, μίσους, αγάπης. καθε φορά όλο και πιο σίγουρη πως είναι δυνατό να κρατήσουν για πάντα. Μ' αρέσει ακόμα και το αποτραβηγμένο, απορημένο βλέμμα σου, όταν σου μιλάω για όλα αυτά. θέλω να με ρωτάς αυτό που ρωτάς πάντα. "γιατί κάνεις σα παιδί;" . ποτέ δε θα κουράζομαι, πάντα θα σου απαντάω με τον ίδιο τρόπο και θα σ' αγαπάω όλο και περισσότερο. "μα, γιατί ΕΙΜΑΙ παιδί. Όπως κι εσύ." Μη διστάζεις να το ζήσεις. Είναι η καλύτερη τρέλα του ανθρώπου. Η πιο ζωντανή. Έλα να ζήσουμε τώρα, το πιο απίθανο, το πιο αλλόκοτο,το πιο άσχημο, το πιο όμορφο. Την εφηβεία.