Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

Φυλακίζοντας στιγμές...


Είναι φορές στη ζωή σου που πράγματα μικρά σε σημαδεύουν και σ' ακολουθούν για πάντα. Μια εικόνα στο δρόμο, ένα τραγούδι που τα λόγια του πια δεν έχουν καμιά σημασία. Τα συναισθήματά σου θυμίζουν κολλάζ από εμπειρίες κι εικόνες. Εικόνες περαστικές, σαν τ αυτοκίνητα στο κέντρο μιας μεγαλούπολης, αργά το βράδυ.

Κι εμένα κάτι τέτοια μ' ακολουθούν ώρες-ώρες και κολλάνε στο μυαλό μου λες κι είναι τίποτα σπουδαίο, που αγνόησα και τώρα επιζητά τη προσοχή.
Ένα ερείπιο, εγκαταλελειμένο. Χρησιμοποιημένες σήριγγες και μια κοπέλα λιπόθυμη. Ναρκωτικά, πορνεία, κάτι τέτοια με κάνουν και ρίχνω το βλέμμα μου στο πάτωμα, αν και δεν έχω καμιά απολύτως σχέση με δαύτα. Οικοδομές, παρατημένα κτίρια.

Πάω και φωτογραφίζω. Φωτογραφίζω οτιδήποτε παραπέμπει σ' αυτά. Θέλω να γίνω φωτογράφος. Θέλω να φυλακίζω συναισθήματα σε στιγμές. Θέλω να μαθαίνω την ιστορία κάθε μιας από αυτές τις στιγμές.

Είναι αυτό το κενό στη ψυχή μου, όταν συμβαίνουν αυτά. Σα να νιώθω ένοχη ή μπλεγμένη. Σαν σε μια άλλη ζωή να ήμουν εγώ η πρωταγωνίστρια αυτών των στιγμών. Πιθανό, σε μια άλλη ζωή. Πιθανό, σε αυτή τη ζωή. Αλλά γι' αυτό δε θα 'σουν ποτέ σίγουρος.
Βλέπω ένα κτιριο μισοπεθαμένο και αφήνω τη φαντασία μου να δει με τα μάτια αυτών των τοίχων. Σαν καθρέπτης σπασμένος. Ναρκωτικά. Βιασμός. Ποιος ξέρει, ίσως και τίποτα.

Μα αυτή η αίσθηση δε φεύγει. και μετά πατάω το κουμπάκι. Ακούγεται ένα κλικ. και η στιγμή έγινε εικόνα, και η εικόνα έγινε τέχνη. Και το μισοπεθαμένο μέρος τώρα θα ζει για πάντα.

Τα φαντάσματά του θα βρουν ηρεμία και οι ψυχές θα σωπάσουν. Θα συγχωρέσουν.

Κι εγώ, όσο πιο κοντά έρχομαι σ' αυτό το συναίσθημα, τόσο θα πείθομαι, τόσο θα ξέρω, ότι δεν θα συγχωρέσω ποτέ.

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Εφιάλτες από μια άλλη ζωή...


Δεν είναι σωστό... το ξέραμε κι οι δυο από την αρχή ότι η σχέση αυτή είναι ένα λάθος. πως θα μπορούσαμε εγώ κι εσύ να είμαστε μαζί; πως θα αγκαλιαζόμασταν χωρίς να φέρνουμε στο νου μας το παρελθόν; πως θα μπορούσα να σε φιλάω χωρίς να θυμάμαι το μίσος στο βλέμμα σου;

είμαστε άλλοι άνθρωποι, μου λες. Αλλάξαμε, λες. Πάει καιρός και ό,τι έγινε μένει πίσω και ξεχνιέται, λες.

είμαστε άλλοι άνθρωποι. όμως δε παύω κάτι περίεργα βράδια να ονειρεύομαι δυο ανθρώπους πεθαμένους πια, που κάποτε μας έμοιαζαν.
Δυο ανθρώπους φριχτούς. Εκείνη είναι μια δειλή, αδύναμη. Αυτά τα περίεργα βράδυα τους ονειρεύομαι να ζουν ενάντια στη κανονική ζωή.  κι αυτή, αυτή που τη μισώ όπως ποτέ δε μισησα... αυτή λέει πάντα ναι. Πάντα συμφωνεί, κι ας μη θέλει ποτέ τίποτα. Σκέφτεται περίεργα, τη φοβάμαι. σκέφτεται ότι η ζωή της δεν έχει αξία. σκέφτεται ότι μαζί του θα καταστρέψει τη ζωή της όμως δε τη νοιάζει σχεδόν καθόλου. σκέφτεται 'δε θέλω, όχι, δε θέλω με τίποτα να το κάνω αυτό.' κι ύστερα του λέει 'εντάξει' και το κάνει. Τον αγαπάει, σκέφτεται. όμως κάπου εκεί ξέχασε να αγαπάει και τον εαυτό της. Αυτός τον αγαπούσε τον εαυτό του. αλλά αγαπούσε μόνο αυτόν. κι ύστερα όλα τελειώνουν εκεί κι αυτός φεύγει χωρίς ούτε ένα γεια, ένα φιλί, κάτι. κι αυτή μένει εκεί κι αναρωτιέται αν αξίζει τελικά να ζει.

κι εγώ ξυπνάω. κι είμαστε μαζί, είμαστε καλά, δείχνεις κάθε μέρα πως μ' αγαπάς και σ' αγαπώ κι εγώ. Ίσως όχι τόσο όσο αυτή στα όνειρά μου αγαπούσε αυτόν. ίσως ούτε κατα προσέγγιση όσο τη δική μου ζωή. εγώ ποτέ δεν θα έκανα για σένα ό,τι έκανε αυτή γι' αυτόν που αγαπούσε. εγώ σ' αγαπάω κανονικά. έντονα, αληθινά, αλλά κανονικά. κι εσύ χώνεσαι στην αγκαλιά μου και μου ψιθυρίζεις στ αυτί ότι αλλαξες. έχεις δίκιο, το ξέρω, το αποδεικνύεις κάθε στιγμή. αλλα το ξέρουμε κι οι δυο ότι αυτές οι φιγούρες που μας μοιάζουν έζησαν κάποτε μέσα στα σώματά μας.

είμαστε άλλοι άνθρωποι, λες. Μα, το ξέρεις. ποτέ δεν θα το ξεχάσω. κάποτε ήμασταν ΕΚΕΙΝΟΙ οι άνθρωποι.