Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

Προσπάθησα να τη σώσω...

Προσπάθησα να τη σώσω.
Προσπάθησα να της πω ότι κάνει λάθη.
Την έβλεπα μπερδεμένη και ξέρω ότι είχα το χρόνο να την κάνω να δει. Όμως, δεν ενδιαφέρθηκα όσο έπρεπε. Την έβλεπα να πέφτει όλο και πιο χαμηλά, όμως πίστευα ότι δε θα γίνει χειρότερα.
Προσπάθησα να τη σώσω με λάθος τρόπο.
Άκουγα να περιγράφει τα λάθη της κι ύστερα την έκρινα, μα δεν καταλάβαινε, φυσικά και δεν καταλάβαινε. Έπρεπε να της δείξω το τρόπο να βρει το δρόμο της, όχι να της υποδείξω έναν άλλο δρόμο απ' αυτόν που διάλεξε.
Ποιος θα παραδεχόταν ετσι απλά ότι κάνει λάθη ζωής;

Με κοίταζε και τα μάτια της ήταν γεμάτα πόνο, θυμό, θλίψη, φιλοδοξία, και, κατά ένα περίεργο τρόπο, γεμάτα όνειρα.
Νόμιζε ότι της μιλούσα για τη καταστροφή της απλά για να τονίσω το ότι η δική μου ζωή δεν ήταν έτσι.
Αυτό όμως που ποτέ δεν έμαθε ήταν ότι προσπάθησα να τη σώσω επειδή κάποτε ήμουν κι εγώ εκεί.
Προσπάθησα να τη σώσω γιατί εμένα δεν προσπάθησε κανείς να με σώσει.
ήμουν τυχερή και τα κατάφερα.
Αυτή όμως;
Θα ήταν;
Θα έβλεπε ποτέ που βρίσκεται;
Θα προλάβαινε να γυρίσει πίσω;

Μια μέρα μίλαγε για τη ζωή της και περιέγραφε τα γεγονότα σχεδόν αδιάφορα, σαν να έλεγε το μυστικό κάποιου που αντιπαθούσε, αλλά που το έχει πει σε τόσους πολλούς που πλέον το βαρέθηκε και δεν έχει κανένα νόημα.

Τη κοίταζα όπως κάθε φορά στα μάτια, δεν τη λυπόμουν, με εμπόδιζε ο σεβασμός που ένιωθα απλά και μόνο επειδή ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα σ' αυτό το κόσμο.

Ξαφνικά σώπασε και περίμενε να πω εγώ κάτι.
Κι εγώ απλώς τη ρώτησα πως νιώθει για όλα αυτά.


έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα, σταμάτησε να είναι εκεί. Και λίγες στιγμές μετά σήκωσε το κεφάλι της και είπε με βλέμμα κενό "υπέροχα".

Προσπάθησα να τη σώσω.
Πίστευα για καιρό ότι τα κατάφερα.
Το πρόσωπό της πήρε και πάλι χρόμα ροδαλό και ήταν ευτυχισμένη την κάθε της μέρα.
Πέρασαν μήνες και συνέχισε να είναι εντάξει.
Σκέφτηκα ότι τα κατάφερα.

Ένα πρωί ήρθε και με βρήκε να μου μιλήσει ιδιεταίρως.
Τα μάτια της ήταν ξανά κομμένα και το δέρμα της θαμπό.
Είχε πανέμορφα ξανθά μαλλιά κι όμως επέλεγε να τα έχει πιασμένα σε έναν αχτένιστο ανακατεμένο κότσο.

Χωρίς να με αντικρύσει ούτε μια φορά στο πρόσωπο, μου το είπε με βέβαιη φωνή, λες και το πρόβαρε καιρό πριν.

"Δεν ανήκω εδώ. Ποτέ δεν άνηκα. Φεύγω."

Τη δευτέρα δεν ήταν εκεί. Ούτε την τρίτη. Ούτε την επόμενη βδομάδα, ούτε τον επόμενο μήνα.
Δεν μου έλλειψε καθόλου.
Δεν τη λυπήθηκα ούτε θύμωσα, γιατί απλώς δεν ενδιαφέρθηκα.
Για καιρό.

Μέχρι που τη παραμονή πρωτοχρονιάς έπιασα τον εαυτό μου να τη σκέφτεται και να στεναχωριεται.
Και στεναχωριόμουν γιατί δεν ήταν μόνο αυτή, δεν ήταν μόνο μία, ήταν αμέτρητες κοπέλες, σε ολόκληρο το κόσμο.
Ήμουν κι εγώ κάποτε, ακόμα κι αν δε θυμάμαι πια αν ήταν με ή χωρίς τη δική μου θέληση.

Προσπάθησα να τη σώσω.
Πρέπει όμως να μάθω, πρέπει να το αποδεχτώ επιτέλους.

Κάποιοι άνθρωποι δεν θέλουν να σωθούν.
Κάποιοι άνθρωποι είναι κάπως διαφορετικοί, με έναν τρόπο που δεν θα καταλάβω ποτέ.
Κάποιοι άνθρωποι, μπορούν να αναπνεύσουν μόνο μέσα απ' το χαμό τους.

Και είμαι αδύναμη να κάνω κάτι.

Αντίο σας...
Σε όλους εσάς που χαθήκατε, για τους δικούς σας λόγους, με το δικό σας τρόπο...
Κάποιοι απ' αυτούς που αφήσατε πίσω θα σας θυμούνται πάντα, θα σας νοσταλγούν, το υπόσχομαι.

Αντίο.


Για εκείνη τη ξανθιά πρασινομάτα που συνήθιζε να διαβάζει ποιήματα κάτω απ' τα πεύκα, και που δεν θα τη ξαναδώ ποτέ... Με αγάπη.

1 σχόλιο:

  1. διαβάζοντας το κείμενο, προσπάθησα να μπω στη θέση σου... όμως η θέση της μου φαινόταν, κ μου φαίνετια πιο βολική...
    είναι εύκολο να φεύγεις χωρίς λέξεις, χωρίς αντίο... είναι εύκολο να ψάχνεις τον προορισμό σου στον κόσμο... να μαγεύεσαι από μια διαδρομή που δε ξέρεις που θα σε βγάλει... ίσως κάποτε επιστρέψει... ίσως να μην το κάνει ποτέ... όμως, μη σταματήσεις ποτέ να σκέφτεσαι ότι κάπου εκεί έξω βρίσκεται για να σε κοιτάει...

    καλησπέρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή